Four Seasons…

Το τσιγάρο καθόταν αναμμένο στο τασάκι, περιμένοντας μια τελευταία ρουφηξιά να το στείλει στην αιωνιότητα της στάχτης. Το αεράκι που έπνεε, γεμάτο από μια γλυκιά γεύση, θύμιζε παρελθόν, αφορίζοντας έτσι κάθε σκέψη για το παρόν. Το χάραμα έκανε την εμφάνιση του και οι ηλιαχτίδες άπλωναν τα χρυσοκέντητα νύχια τους προσπαθώντας να γαντζωθούν από τα μοβ κύματα της θάλασσας, η οποία φαινόταν ότι είχε ξυπνήσει άκεφη.
Μόνος απέναντι στον κόσμο που ξυπνούσε, ανασκάλευα μνήμες που είχαν πέσει σε χειμερία νάρκη εξαιτίας του κρύου που διαπερνούσε τα κόκαλα μου, φτάνοντας μέχρι την καρδιά μου, διατηρώντας τα συναισθήματα μου κατεψυγμένα. Ανήμπορος να αντιδράσω ακόμα και με μια απλή κίνηση των ματιών, αναρωτιόμουν πως έφτασα σε αυτό το σημείο. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα, χωρίς καμία προειδοποίηση. Τα είχα όλα και τώρα δεν έχω τίποτα. Μόνο εγώ, παρέα με ένα τσιγάρο που σιγόκαιγε δίνοντας το σιωπηρό εναρκτήριο λάκτισμα για το τέλος αυτής της διαδρομής.
Νωχελικά συναισθήματα χωρίς κανέναν απολύτως αποδέκτη έπνεαν στην ατμόσφαιρα, ενώ ο ήλιος άπλωνε ικετευτικά τις αχτίδες του προς το μέρος μου σε μια προσπάθεια να ζεστάνει την παγωμένη κυψέλη της καρδιάς μου και να υγροποιήσει τα συναισθήματα που είχαν διατηρηθεί μέσα σε αυτήν, στέλνοντας τα πίσω στη γενέτειρα τους, εκεί από όπου ξεκίνησαν, πίσω στη γη, στο χώμα.
Μεσημέρι και το τσιγάρο συνεχίζει να καίει, αρνούμενο πεισματικά να σβήσει και να τελειώσει αυτό το σύντομο ταξίδι του. Η ζέστη είναι πλέον αισθητή και με αναγκάζει να βγάλω το πανωφόρι μου. Δε με απαλλάσσει όμως από το βάρος που έχω μέσα μου. Αυτή τη πίκρα που μου ξεσκίζει την καρδιά, με μαχαιριές βαθιές, που φτάνουν μέχρι τα πιο απόκρυφα σημεία του εσωτερικού μου κόσμου, διαλύοντας το εγώ μου και αφήνοντας με γυμνό, ένα κουφάρι άδειο, κενό. Ούτε ο πιο ζεστός ήλιος δε θα μπορούσε να διώξει αυτό το συναίσθημα.
Η θάλασσα έχει ηρεμήσει, αφού διαπίστωσε ότι ο πρωινός θυμός της δεν είχε κανένα απολύτως αποτέλεσμα και τώρα προσπαθεί να με καλοπιάσει να μπω μέσα της, να συνάψουμε σχέσεις και να κάνουμε έρωτα. Αυτόν τον πρωτόγονο και αρχέγονο έρωτα μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης. Ο ήλιος συνεχίζει το σιωπηλό και θερμό έργο του δημιουργώντας σταγονίδια ιδρώτα στο μέτωπο μου. Το τσιγάρο, ακόμα αναμμένο, να περιμένει στο τασάκι λες και έχει σταματήσει ο χρόνος. Αποφασίζω να κάνω τη χάρη της θάλασσας. Βγάζω τα ρούχα μου και βουτάω. Η αφρισμένη επιφάνεια της με αγκαλιάζει, σχηματίζοντας ερωτικές φυσαλίδες πάνω στο σώμα μου. Είναι κρύα αλλά και τόσο ζεστή ταυτόχρονα. Στέκομαι ακίνητος, αγγίζοντας τον πυθμένα και τότε το ακούω. Το απόλυτο τίποτα. Μόνο ένα ανεπαίσθητο βουητό στα αυτιά μου. Αιωρούμαι και ακούω τη θάλασσα να μου ψιθυρίζει το πόσο ευχαριστημένη είναι από το ερωτικό μας παιχνίδι. Προς στιγμήν νιώθω μια απερίγραπτη ευτυχία, όμως η έλλειψη οξυγόνου μου υπενθυμίζει ότι πρέπει να ανέβω στην επιφάνεια.
Γνωρίζοντας ότι έχω ικανοποιήσει αρκετά τη γαλάζια κυρία, βγαίνω από τη θάλασσα και κατευθύνομαι προς το σπίτι. Μαύρα σύννεφα με κοιτάνε απειλητικά και η βροχή έρχεται σαν επακόλουθο του παιχνιδιού μου με τη γυναίκα του ουρανού. Προσβλητική αλλά και τόσο καθαρτική, η βροχή, πέφτει πάνω στο σώμα μου προσπαθώντας να ξεπλύνει όλες τις αόριστες αμαρτίες που έχουν ξεπηδήσει από το μυαλό και την καρδιά μου. Είναι παράξενο το πόσο γρήγορα αλλάζει ο καιρός. Χωρίς καμιά προειδοποίηση. Το κρύο έχει πάρει τη θέση της ζέστης. Ντύνομαι γρήγορα και κάθομαι δίπλα στο φίλο μου που εξακολουθεί να αντιστέκεται στη λήθη και το χρόνο. Το τσιγάρο βρίσκεται εκεί να σιγοκαίει.
Η βροχή πέφτει αδιάκοπα. Πλέον μόνο ο ήχος της την κάνει αντιληπτή καθώς κρύβεται πίσω από το σκοτεινό πέπλο της νύχτας. Στο καβγαδάκι που ξεκίνησε ο ουρανός, συμμετέχει τώρα και η θάλασσα, αφρισμένη και φουρτουνιασμένη. Κοιτάω δίπλα μου και βλέπω το τσιγάρο να τρεμοπαίζει πάνω στο τασάκι. Η στάχτη έχει εξαφανιστεί, το ίδιο και η φλόγα. Έσβησε η ζωή του. Και τι ζωή! Τέσσερις ολόκληρες εποχές. Χειμώνας, Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο. Ένας φαύλος κύκλος. Ένα τσιγάρο σβήνει, ένα καινούριο θα ανάψει. Κλείνω τα μάτια μου ως ένδειξη πένθους και ελπίζω το αύριο να μην έρθει ποτέ.
