Like A Virgin…

•November 7, 2013 • Leave a Comment

like_a_virgin_by_aquasixio-d4vt2xz

“Το Πρώτο Αίμα”. Τι σου θυμίζει αυτή η έκφραση? Θα σου πω εγώ. Την ταινία του Ράμπο. Λάθος. Την πρώτη σου περίοδο? Όχι… Το πρωτο βατράχι που κάρφωσες με ένα ξυλαράκι? Ούτε τώρα το πέτυχες. Στην πραγματικότητα, το πρώτο αίμα το βιώνεις κάπου στη μέση ηλικία. Οπότε, αναρωτιέμαι. Μήπως θα πρέπει να λέγεται κάπως αλλιώς? Για παράδειγμα, “το πέμπτο αίμα”? Ή μήπως “το-έχουμε-ξαναδεί-το-έργο αίμα”? Ή ακόμα, “Ανατρέχοντας-στη-ζωή-μου αίμα? Δεν ξέρω. Το αφήνω πάνω σου. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή για να βρούμε τις πρώτες σταγόνες αυτής της ακούσιας splatter-ιας.

Σε λένε Τάδε. Μπορεί και Δείνα. Γεννιέσαι. Άμεμπτος, αθώος, παρθένος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Ούτε καν το σύμπαν δεν έχει συνειδητοποιήσει την ύπαρξη σου. Μεταξύ μας, η καλύτερη περίοδος να τα κάνεις όλα πουτάνα. Έτσι, στα μουλωχτά. Αλλά δεν μπορείς. Είσαι ακόμα βρέφος. Χωρίς αντίληψη των πραγμάτων. Τέτοια συνομωσία παίζει! Μεγαλώνεις. Μέχρι την προεφηβική ηλικία σου, ανακαλύπτεις τον κόσμο. Γίνεσαι ένα με αυτόν. Χαίρεσαι. Όλα είναι καινούρια. Όλα είναι υπέροχα. Όλα έχουν σημασία. Έτσι πιστεύεις. Σε μερικά χρόνια, μαθαίνεις πως πάσχεις από αστιγματισμό, γι’αυτό και τα έβλεπες όλα λάθος. Μπαίνεις στην εφηβία. Η ηλικία της ωρύμανσης (του ναρκισσισμού). Θεωρείς πως είσαι ωραίος (οκ, κάποιοι ειναι αντικειμενικά). Θεωρείς πως είσαι σημαντικός (χαχαχαχαχα). Μπαίνεις στο σούπερμάρκετ (???) και νομίζεις πως όλοι σε θαυμάζουν (????????). Πιστεύεις πως είσαι μέλος των Bananarama (ασχέτως αν είναι γυναικείο γκρουπ και εσύ άντρας). Στην πραγματικότητα δεν δίνει κανείς δεκάρα τσακιστή για πάρτυ σου. Εκτός αν έχεις πιάσει κολλητό τον γκόμενο της τάξης (“Πως τον λένε αυτόν, μωρέ, που κάθεται δίπλα στο Βαγγέλη? Καλά, τι ΘΕΟΣ ο Βαγγέλης”!). Φίλε, στην εφηβεία είσαι μια υποσημείωση!! Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Είσαι το αγαπημένο κατοικίδιο της οικογένειας (και της γειτονιάς). “Ο Βλάσης πήρε 9 στα μαθηματικά”. “Η Ευλαμπία είναι από τις καλύτερες μαθήτριες της τάξης της”. “Ο Πέτρος θέλει να γίνει δικηγόρος” (WTF??? Εγώ ποδοσφαιριστής θέλω να γίνω!!!).

Κάπου εδώ, βρίσκεται η κρίσιμη καμπή. Όπου να’ναι θα πέσει η πρώτη τσεκουριά στις προσδοκίες της (οικογένειας)/ σου (του λόγου σου)/ του (κόσμου ολόκληρου). Κάπου εδώ σπάει η παρθενιά σου, φίλε μου και όχι νωρίτερα, φίλη μου. Σαν αποτέλεσμα, γκρεμίζονται μπροστά στα μάτια σου, όσα νόμιζες πως είχες χτίσει, αλλά στην πραγματικότητα τα είχαν χτίσει οι άλλοι για σένα (γιατί εσύ ούτε το σφυρί δεν μπορούσες να κρατήσεις, μέχρι τότε). Αυτό είναι το σημείο Μηδέν (έτσι θα το λέμε από  δω και στο εξής), όπου ξεκινάς να αμφισβητείς κάθε σου πράξη, κάθε σου λέξη και κάθε μικροσκοπικό κομμάτι της ύπαρξης σου. Γίνεσαι αντιδραστικός (“είπαμε θα γίνω ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΗΣ!!!!”) αλλά συνάμα και διαλακτικός (γιατί νομίζεις πως έλυσες το Μίτο της ζωής και ανακάλυψες τη σκευωρία που κρύβεται πίσω από αυτήν. Άρα…ΓΑΜΑΣ!). Γίνεσαι κακός μαθητής (επειδή είσαι ερωτευμένος). Γίνεσαι καπνιστής (από μαγκιά). Ερωτεύεσαι διαφορετικό θηλυκό κάθε 10 δευτερόλεπτα (γιατί είσαι αθεράπευτα ρομαντικός και θεωρείς πως είναι το υπέρτατο συνάισθημα που πρέπει να μοιράζεις στον κόσμο σαν ένας σύγχρονος Jesus Christ).

Έχοντας χάσει μερικά χρόνια από τη ζωή σου, πιστεύοντας οτι είσαι ο John Pilgrim Vs The World, αντιλαμβάνεσαι ότι όλα αυτά δεν έχουν καμία ουσία, πετάς την πανοπλία σου στον πρώτο κάδο σκουπιδιών και αποφασίζεις να κάνεις κάτι για σένα (αφού έχεις αποδιώξει μέχρι τότε, κάθε άνθρωπο που νοιαζόταν για σένα και ήταν δίπλα σου). Τότε ανακαλύπτεις την ευτυχία, για την οποία θα είσαι πολύ περήφανος τα επόμενα χρόνια. Αισθάνεσαι ότι κάνεις κάτι χρήσιμο, επανεντάσσεσαι στην κοινωνία (σαν ανακυκλωμένο μπουκαλάκι της κόκα κόλα) και επιμένεις πως έχεις σοβαρευτεί! Κάνεις μια σχέση, δύο, τρεις, οι σφαλιάρες πέφτουν βροχή (δεν θα τις μετρήσουμε τώρα!!), παραμένεις ρομαντικός (γιατί η ρετσινιά δεν φεύγει ούτε με απορρυπαντικό για τοπικούς λακέδες) και προσπαθείς να βρεις τι κάνεις λάθος! Εκτιμητέα η προσπάθεια, στο λέω από τώρα. Κατά τα άλλα, πλανάσαι πλάνην οικτράν αν νομίζεις ότι είσαι διαφορετικός. ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΡΟ!!!! Με τα πάθη του και τα ελλατώματα του. Αν το συνειδητοποιήσεις αυτό, μπορεί και να αγαπήσεις τον εαυτό σου. Οκ, αρχίδια, αυτό μπορεί να μην γίνει και ποτέ. Άλλωστε ποιος γουστάρει κάποιον που αγαπάει τον εαυτό του (όταν συνήθως τον αγαπάει περισσότερο από σένα)?? Ο άνθρωπος δεν αλλάζει, παιδί μου. Εδώ κολλάει αυτό, αλλά μην το λαμβάνεις υπόψη (κάνω κάποιες σκέψεις δικές μου).

Ωωωωωπ…και να σου, που έγινες μεσήλικας!! Δεν το κατάλαβες, είμαι σίγουρος (βασικά, δεν το πιστεύεις). Έχεις φτάσει στα δευτεροτρίτα άντα, νομίζεις οτι έχεις αλλάξει σαν άνθρωπος (ίδιος είσαι, σου το λέω, απλά θέλω να αποφύγω το spoiler), θεωρεις ότι έχεις σοβαρευτεί (όσο σοβαρό μπορείς να φανταστείς τον Steve Carrel σε δραματική ταινία) αλλά δεν θέλεις κιόλας (γιατί γουστάρεις να φοράς γκρίζους κροτάφους και να είσαι η ψυχή της παρέας). Κάπου εκεί, μια νέα ομοβροντιά ερωτημάτων, θα συγκλονίσει το ταλαιπωρημένο μυαλουδάκι σου. “Γιατί είμαι άνεργος” ή “Έχω δουλειά αλλά δεν μου αρέσει, τι να κάνω?”. Και επίσης “Μήπως πρέπει να δω πιο ζεστά το θέμα παιδί?”, “Θα είμαι καλός μπαμπάς?”, “Θα είμαι ικανός?” Κάπου εδώ θα σταματήσω, αφού σου έκανα την καρδιά περιβολί. Και αυτό γιατί τις επόμενες περιόδους της ζωής δεν τις έχω βιώσει ακόμα.

Το συμπέρασμα στο οποίο θα φτάσεις, είναι καταλυτικό. Η φαρέτρα σου είναι άδεια από τη στιγμή που γεννήθηκες. Και παραμένει άδεια, wannabe Superman, γιατί κανείς δεν σου έδωσε το τηλέφωνο του οπλουργού της γειτονιάς για να προμηθευτείς έστω και ένα σουγιαδάκι. Ψέμα στο ψέμα, χτίζεις μια ζωή, την οποία κοιτάς να περνάει από μπροστά σου, παλεύοντας διαρκώς με τον εαυτό σου και με τον κόσμο. Και όλα αυτά γίνονται για να σπάει πλάκα το υπέρτατο ον (είτε αυτό λέγεται Θεός, είτε Τσακ Νόρις), γιατί αυτό που έφτιαξε είναι τόσο ελλατωματικό που, ώρες ώρες, πιστεύω πως σε κάποια άκρη του σύμπαντος, θα υπάρχει μια μικρή ταμπελίτσα που θα γράφει “Made In China”.

Ένα πράγμα θα σου πω. Όταν τις επόμενες μέρες πεταχτείς μέσα στον ύπνο σου ιδρωμένος, μην τρομάξεις αν δεις μια τεράστια ματωμένη στάμπα στη μέση του κρεβατιού. Περίοδο θα έχεις μέχρι την εμμηνόπαυση…

Death Came First….(Μέρος 1ο)

•June 2, 2011 • Leave a Comment

Ο ήλιος ξεχυνόταν μέσα από την τεράστια τζαμαρία και πλημμύριζε το μεγάλο σαλόνι στη VIP Area του αεροδρομίου La Guardia. Απολάμβανα την ευεργετική ζεστασιά του, καθώς καθόμουν αναπαυτικά σε μια από τις μεταλλικές θέσεις. Φορούσα ένα από τα καλά μου κοστούμια και το πιο ακριβό, Armani. Μαύρο κουστούμι, λευκό πουκάμισο, μαύρη γραβάτα. Στενή γραμμή. Και γυαλιά ηλίου. Έβγαλα το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσέπη του πουκαμίσου μου. Έβαλα ένα στο στόμα μου και το άναψα. Τράβηξα μια γερή ρουφηξιά, ακούγοντας τη καύτρα να σιγοκαίγεται και φύσηξα τον καπνό ανακουφισμένος. Τον άφησα να αναδεύεται ανάμεσα στη σκόνη της ατμόσφαιρας, που οι ακτίνες του ήλιου έκαναν εμφανή. Ήρθε η ώρα.

Σηκώθηκα ξαφνικά από τη θέση μου. Πριν προλάβω να κάνω ένα βήμα, με σταμάτησε μια γυναικεία φωνή. «Συγνώμη κύριε, στη VIP Area του αεροδρομίου δεν επιτρέπεται το κάπνισμα. Θα σας παρακαλούσα να σβήσετε το τσιγάρο σας». Γύρισα και την κοίταξα, χαμογελώντας ειρωνικά. Η αισθαντική, ξανθιά υπάλληλος στεκόταν απέναντι μου με βλέμμα βλοσυρό, έτοιμη να μου σβήσει στο τσιγάρο στα μούτρα. Τράβηξα μια βαθειά τζούρα και εκσφενδόνισα το τσιγάρο αμέσως, με τις άκρες των δακτύλων μου. Μέτρησα έξι σβούρες στον αέρα, βλέποντας το να στριφογυρίζει σε αργή κίνηση, να περνάει ξυστά από τα μαλλιά της ξανθιάς υπαλλήλου που είχε μείνει αποσβολωμένη και να καρφώνεται στο κάδο των σκουπιδιών, ακριβώς από πίσω της.

Γύρισα την πλάτη μου και έφυγα, ακούγοντας τον ήχο του πυροσβεστήρα που χρησιμοποιούσαν για να σβήσουν ένα αθώο τσιγάρο.

Με γοργά βήματα βρέθηκα από τη μια άκρη της VIP αίθουσας στην άλλη. Παρότι τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο στόχο μου, δεν μπορούσα να μην αντιληφθώ τα βλέμματα που έπεφταν επάνω μου, κυρίως από μερικές περιποιημένες κυρίες, μέσης ηλικίας. Σταμάτησα με περίσσια άνεση μπροστά από ένα τύπο που καθόταν σε μια μπλε, βελούδινη πολυθρόνα, διαβάζοντας εφημερίδα. Όλα όσα διαδραματίστηκαν στη συνέχεια, έγιναν μέσα σε δευτερόλεπτα. Το όνομα του ήταν Joey Andriano. Πρωτοπαλίκαρο της Μαφίας στη Νέα Υόρκη. Ένοπλες ληστείες, εκβιασμοί, φόνοι, ναρκωτικά. Χαμήλωσε αργά την εφημερίδα και αφού με κοίταξε με μισό μάτι, προτού προλάβει να αναφωνήσει «Τι στο που…?», είχα ήδη βγάλει έξω το 10mm Glock μου, εξοπλισμένο με σιγαστήρα, του είχα καρφώσει μια σφαίρα στο μέτωπο, τινάζοντας του τα μυαλά στον αέρα και δίνοντας μια κόκκινη πινελιά στο γκρίζο τοίχο από πίσω του. Μέσα από τον πανικό που επικράτησε στη συνέχεια, πέρασα ανάμεσα από τον κόσμο, χωρίς κανένας να με κοιτάξει. Πάντα έτσι γινόταν. Όταν ανέβαινα στη σκηνή, δεν περνούσα απαρατήρητος. Όταν κατέβαινα, δεν μου έδινε κανείς σημασία…

Hopeful Monster…

•April 10, 2011 • 2 Comments

Το όνομα μου είναι Josh… και δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι να ξαπλώνω στο αναπαυτικό κρεβάτι μου. Μετά από αυτό, τίποτα. Ξύπνησα με ένα αίσθημα νοσταλγικής ευτυχίας να με κατακλύζει. Νιφάδες χιονιού έπεφταν και έλιωναν πάνω στη μύτη μου. Σηκώθηκα και ένιωσα πανικό, βλέποντας μπροστά μου μια άδεια τρύπα στο έδαφος που, προφανώς, καρτερούσε ένα φέρετρο για να το αγκαλιάσει σφιχτά. Τριγύρω χιόνι, ένα νεκροταφείο και εγώ να συγκεντρώνομαι στο άπειρο. Κάθε φορά η ίδια ιστορία. Όσο και να προσπαθώ να αφεθώ, να ξεχαστώ, να συνεχίσω, ακόμα και αν αυτό γίνεται ασυναίσθητα, από τη ροή της ζωής, πάντα θα συμβαίνει κάτι μικρό αλλά και τόσο έντονο που θα με επαναφέρει στο σημείο μηδέν. Έτσι το ονόμασα, αυτό το γεγονός που όρισε τη ζωή μου και που ίσως δεν θα έπρεπε, αφού το βιώνουν όλοι οι άνθρωποι. Αλλά έτσι είμαι εγώ και έτσι ήρθαν τα πράγματα.

Μνήμες, όνειρα, σκέψεις, εικόνες, μυρωδιές και άλλα πράγματα μικρά που λειτουργούν σαν σκανδάλη, εκπυρσοκροτώντας μέσα στη ψυχή μου και προκαλώντας συναισθηματικές εκρήξεις αποδοχής, μιζέριας και θλίψης. Και με το πέρας των εκρήξεων, αυτό που μένει είναι το απόλυτο τίποτα. Ένα φανταχτερό κενό που απλώνει τα φτερά του σαν περήφανο παγώνι, για να μην μπορείς να δεις τίποτα πίσω από αυτό. Ένα κενό που υπάρχει πάντα, όσο και αν προσπαθώ να ξεγελάσω τον εαυτό μου, ότι συνεχίζω και προχωράω μπροστά.

Ένα κενό που προξενεί επιπλέον ενοχικά συμπλέγματα συναισθηματικής κλοπής και απαξίας από τους κοντινούς μου ανθρώπους. Θα προσπαθήσω να μην πω αυτά που θέλω να πω, γιατί νομίζω πως πλέον δεν έχουν κανένα νόημα, γιατί ο άνθρωπος που πρέπει να τα ακούσει δεν θέλει να τα ακούσει και γιατί έχω αρχίσει να νομίζω ότι τα χλευάζω με την επανάληψη τους. Δεν θα τα αποκηρύξω ποτέ, όμως, γιατί είναι τα πιστεύω μου και τα μόνα πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρος. Ακόμα και αν όλη την υπόλοιπη ζωή και οντότητα μου την θεωρώ κάλπικη. Μπορείς να φανταστείς ότι θέλεις, να σβήσεις αυτή τη παράγραφο και να προσθέσεις τις δικές σου σκέψεις. Είμαι σίγουρος ότι με καταλαβαίνεις, όμως, και ότι αυτές οι γραμμές με όποιες λέξεις και να αντικατασταθούν, θα καθρεφτίζουν τα ίδια συναισθήματα.

Στην Εξελικτική Βιολογία, ο όρος “Hopeful Monster” (Ελπιδοφόρο Τέρας), έχει να κάνει με την θεωρία των ξαφνικών αλμάτων στην εξέλιξη και με την εμφάνιση νέων ειδών. Περιγράφει την διαδικασία μιας στιγμιαίας μετάλλαξης, η οποία συνεισφέρει θετικά και βελτιώνει την παραγωγή των κύριων εξελικτικών ειδών. Ακόμα και αν αυτή η μετάλλαξη δημιουργήσει αυτό που, οι περισσότεροι, χαρακτηρίζουν ως τέρας. Όσοι κρίνουν αρνητικά τον εαυτό τους και φτάνουν σε ανάλογους χαρακτηρισμούς, ας κάνουν μια παύση και ας αναλογιστούν μήπως ανήκουν σε αυτή τη κατηγορία. Αν κάποιοι νιώθουν ξένοι απέναντι στην κοινή αντίληψη και στο γενικότερο σύνολο, λόγω των συναισθηματικών εξάρσεων και της ψυχικής οντότητας τους, τότε ας θεωρηθούν ελπιδοφόρα τέρατα.

Προσωπικά, θεωρώ ότι έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, από την στιγμή που ένιωσε την πρώτη συγκίνηση, το πρώτο συναισθηματικό κίνητρο. Απλώς, το έχουμε ξεχάσει… Τα τέρατα τρέφονται με την ελπίδα της αποδοχής. Πως κάποια στιγμή δεν θα τα φοβούνται αλλά θα τα αγκαλιάζουν. Τα ελπιδοφόρα τέρατα τρέφονται με τερατώδεις ελπίδες. Μήπως όλοι δεν έχουμε τέτοιες ελπίδες….

Το χιόνι έπεφτε ακατάπαυστα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και έκανα δύο βήματα στο κενό. Έπεσα στην τρύπα, αναλογιζόμενος ότι αυτό είναι το σπίτι μου, το άντρο μου. Έτσι και αλλιώς, έπαψα από καιρό να ζω. Είμαι νεκρός.

All The Good Boys…

•November 1, 2010 • 4 Comments

«Έτσι θα τελειώσει ο κόσμος, όχι με έκρηξη αλλά με λυγμό». T. C. Elliot

Κάποτε γνώρισα ένα αγόρι. Το έλεγαν Philip και κάτω από το κόκκινο φως έμοιαζε με μαργαρίτα, έτοιμη να την ταξιδέψει ο αέρας σε λιβάδια και οροσειρές χωρίς κανένα οίκτο. Στα μάτια μου φάνταζε με άγγελο. Όμως ήταν κάτι ακόμα πιο παλιό, ξεχασμένο σε αυτή τη γη. Ένα συνονθύλευμα αγνότητας και πρωτογενούς ύλης. Αρχέτυπο απομεινάρι του σύμπαντος που είχε μείνει πίσω για να υπενθυμίζει στους ανθρώπους όλα αυτά που είχαν ξεχάσει. Η ψυχή μου σκίρτησε όταν τον είδα. Αυτό το σκίρτημα το ένιωσα πολλές φορές. Ξαπλωμένη δίπλα του, με τα χείλη μας ενωμένα, με το να του κρατάω το χέρι, με το να τον βλέπω να γελάει, να κλαίει.

Το κακό με τον Philip ήταν ότι αποτελούσε ακατέργαστο υλικό. Φοβόταν τον κόσμο, αλλά έδινε τόσα πολλά και απλόχερα σ’ αυτόν. Φοβόταν τον ίδιο του τον εαυτό και τον έκρινε με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Αυτή η αγνότητα του Philip ήταν που ξένιζε τους περισσότερους ανθρώπους. Ακόμα και μένα. Αυτή η απλότητα των προθέσεων του, δεν φαινόταν φυσιολογική. Η αλήθεια είναι ότι πέρασα πολύ καλά μαζί του. Μέχρι που χωρίσαμε. Εκεί κάτι έσπασε μέσα μου. Ότι με γοήτευσε αρχικά, με απώθησε στο τέλος. Ένιωσα προδομένη. Από εκείνον και από τον ίδιο μου τον εαυτό. Πως πίστεψα ότι θα μπορούσε να υπάρχει ένας τέτοιος άνθρωπος? Είχα κάνει λάθος…

Πέρασαν πέντε χρόνια και εγώ προσπάθησα να ξαναχτίσω τη ζωή μου. Προσπάθησα να τον ξεπεράσω? Δεν ξέρω… Μπορεί και να τον είχα ξεπεράσει ήδη. Υπήρχαν, όμως, μέρες που στην ατμόσφαιρα πλανιόταν μια μυρωδιά τόσο οικεία. Τότε, μικρές εκρήξεις και πυροτεχνήματα έσκαγαν στο κεφάλι μου και τα δύο χρόνια που ζήσαμε μαζί, περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου με την ταχύτητα του φωτός. Μετά από καιρό έμαθα για τον Philip. Πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος τον ψυχικό πόνο? Θα εκπλαγείς. Επί τέσσερα χρόνια πάλευε με τον πόνο που είχε συσσωρευτεί μέσα του. Και δεν το έλεγε σε κανέναν. «Υπάρχουν μέρες που δεν μπορώ να πάρω ανάσα», μου είχε πει κάποτε. Που έκανα λάθος? Γιατί δεν με καταλάβαινε? Που πήγε τόση αγάπη? Πως γίνεται δύο άνθρωποι που δέθηκαν τόσο, να γίνουν δύο άγνωστοι? Και άλλα αναπάντητα ερωτήματα. Προσπάθησα να αφήσω τα πάντα πίσω μου. Να τα ξεχάσω. Νόμιζα ότι θα ήταν εύκολο. Ότι θα φτάναμε σε ένα σημείο που θα ήταν όλα καλά. Έτσι νόμιζα… Είναι τρομακτική η επιρροή που μπορεί να ασκήσει κάποιος στη ζωή κάποιου άλλου.

«Μην προσπαθείς να με κάνεις να σε μισήσω. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν έχει μείνει τίποτα μέσα μου». Θυμάμαι αυτά τα λόγια του. Τότε δεν είχα καταλάβει την τραγικότητα των λέξεων. Ένας άνθρωπος τσακισμένος συναισθηματικά και έφταιγα εγώ για αυτό. Όμως, όλα ξεπερνιούνται. Έτσι δεν είναι? Υποτίθεται πως όλα θα πήγαιναν καλά. Πέντε χρόνια μετά το χωρισμό μας, στον Philip διέγνωσαν καρκίνο. Το άγχος, η πίεση και η στεναχώρια ήταν οι κύριες αιτίες. Έτσι είπαν οι γιατροί. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Ο Philip δεν πτοήθηκε. Ή τουλάχιστον δεν το έδειξε. «Μην στεναχωριέσαι. Έτσι έπρεπε να γίνει. Δεν αντέχω άλλο. Δεν θα το παλέψω καν», αυτά τα λόγια μου είχε πει. Δεν πίστευα σε τίποτα από όσα είχα ακούσει. Μέχρι που πνίγηκα στους λυγμούς. Εκεί επανήλθα στην πραγματικότητα. Ο Philip δεν ήταν μαχητής. Απλώς είχε καταθέσει τα όπλα. Άπλωσα το χέρι μου για να τον στηρίξω, αλλά είχα αργήσει πολύ καιρό. «Δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό». Αυτή τη φράση την είχα πει πολλές φορές. Έφερα στο μυαλό μου τα μάτια του. Την καθαρότητα τους, την αμεσότητα τους, την μελαγχολία τους. Είχα πολύ καιρό να κοιτάξω μέσα τους. Τα ξαναείδα τη μέρα που ο Philip πήρε την τελευταία του ανάσα και την ακούμπησε στο λαιμό μου για να ξεκουραστεί. Ήταν το κληροδότημα του προς εμένα. Τότε κατάλαβα πόσο μόνη ήμουν, πόσο μόνη ένιωθα τόσο καιρό… «Όλα θα πάνε καλά, έτσι?». Δεν πάνε πάντα όλα καλά…

«Philip, είσαι πολύ ιδιαίτερος άνθρωπος. Είσαι πολύ καλό παιδί». Αυτά είχα να πω δύο χρόνια αφού χωρίσαμε. «Όχι, όχι, όχι!! Μη μου το λες αυτό. Δεν θέλω να ακούσω κάτι τέτοιο. Πόσο καλό μπορεί να είναι αυτό, όταν το βάζεις τελευταίο? Είσαι έτσι, είσαι αλλιώς, είσαι αλλιώτικα, αλλά… είσαι καλό παιδί!! Δεν είμαι καλό παιδί! Δεν υπάρχουν καλά παιδιά. Και ακόμα και αν υπάρχουν… ποιος τα έχει ανάγκη, εε? Κανείς!».

Αυτά είναι τα λόγια ενός αγγέλου που έχει κόψει τα φτερά του. Ενός ανθρώπου που κλαίει δάκρυα από αίμα, που ξερνάει τη ψυχή του στο πεζοδρόμιο, που εισπνέει διοξείδιο του άνθρακα και εκπνέει οξυγόνο. Όχι γι’ αυτόν! Για τους άλλους.

Τα καλά παιδιά πεθαίνουν μόνα τους, σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού τους, πνιγμένα από το εγώ τους και τυφλωμένα από την αγάπη τους. Και εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό…

I Love You Ginger Lee…

•October 19, 2010 • Leave a Comment

Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα για τρίτη συνεχόμενη μέρα. Το θυμάμαι καλά. Καθόμουν στο κρεβάτι, με το βλέμμα μου να έχει πέσει στο κενό. Στο κέντρο του κρεβατιού, το αίμα είχε λιμνάσει, δημιουργώντας μια γούβα. Πιτσιλιές υπήρχαν και στον τοίχο, ενώ μια κόκκινη, λεπτή, παχύρευστη γραμμή κυλούσε από το κομοδίνο ως το πάτωμα. Τράβηξα μια τζούρα από το τσιγάρο που έκαιγε στο τασάκι. Παρατήρησα το κραγιόν πάνω στο φίλτρο. Δυσκολεύτηκα αρκετά να το ξεφορτωθώ, μιας και τα γάντια μου ήταν γεμάτα από μηδέν ρέζους θετικό. Αυτή ήταν η ομάδα αίματος της. Και εγώ ο δήμιος…

«Ginger. Ginger Lee».

Έτσι είχε συστηθεί όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Το αθώο και συνάμα λάγνο βλέμμα της, είχε καρφωθεί στα εσώψυχα μου. Μικροκαμωμένη αλλά και δυναμική. «Θα με κεράσεις ένα ποτό?». Δεν μπορούσα να αντισταθώ. «Κέρασε την κυρία άλλο ένα ποτό.». Το καταγώγι στο οποίο καθόμασταν βρισκόταν στη γωνία των οδών Liberty και 46ης. Κλείνωντας την πόρτα, άφηνες πίσω σου τον πολιτισμό. Εδώ μπορούσες να βρεις και το τελευταίο κατακάθι αυτής της πόλης. Νέα Υόρκη. Η πόλη στην οποία μετουσιώνεται το αμερικάνικο όνειρο. Σκατά. Μη πιστεύεις τίποτα από ότι σου λένε. Γύρισα και την κοίταξα. Δεν είχα δει πιο όμορφα μάτια. Γεμάτα νόημα.

«Θα χρειαστώ τη βοήθεια σας, κύριε Christian».

Πώς ήξερε το όνομα μου? Δεν είμαι δα και τόσο γνωστός…

«Δουλεύω μόνο σε ώρες γραφείου», απάντησα. «Μπορείτε να περάσετε από εκεί. Προφανώς γνωρίζετε που βρίσκεται».

«Η περίπτωση μου διαφέρει από όλες όσες έχετε δουλέψει. Χρειάζομαι την προστασία σας».

«Πιστέψτε με, όλοι αυτό χρειάζονται».

«Δεν καταλάβατε». Έριξα το βλέμμα μου πάνω της, διερευνητικά.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ζαλιστεί από το ποτό. Έμεινα να κοιτάζω το πρόσωπο της. Κάθε κίνηση του, κάθε σπασμός του, ήταν τόσο αρμονικός, τόσο μοναδικός. Αφέθηκα στο γαλανό των ματιών της.

«Είστε καλά?», με ρώτησε.

«Περίφημα», απάντησα. Αποσυρθήκαμε σε μια σκοτεινή γωνία του μπαρ για να μπορέσουμε να μιλήσουμε πιο διακριτικά.

«Κύριε Christian, γνωρίζεται τι επάγγελμα κάνω»?

«Θα έπρεπε»?

«Μην είστε είρων… θα πληρωθείτε αδρά. Όταν ήμουν πιο νέα δούλευα σαν νοσοκόμα στο νοσοκομείο St. Joseph».

«Δεν θα σας φανταζόμουν ποτέ σαν νοσοκόμα».

«Δεν είμαι πια. Πλέον γιατρεύω με άλλο τρόπο τους ανθρώπους, προσφέροντας υπηρεσίες για να κλείσουν οι πληγές της ψυχής τους. Έστω και πρόσκαιρα».

«Επομένως, είστε μέντιουμ ή πόρνη»? Χαμογέλασε και τα χείλη της διέγραψαν την κίνηση που κάνουν τα φτερά των κύκνων, λίγο πριν πετάξουν.

«Η φήμη που σας συνοδεύει δεν είναι αδικαιολόγητη. Είστε πολύ έξυπνος άνθρωπος. Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι ότι δεν έχω μιλήσει ποτέ σε νεκρούς ή σε πνεύματα».

«Μάλιστα. Και τί προβλήματα αντιμετωπίζει μια πόρνη», ρώτησα, ειρωνικά και πάλι. Αναστέναξε και με κοίταξε με βλέμμα λάγνο και για μια στιγμή νόμισα πως είχε καταλάβει πόσο πολύ μου άρεσε.

«Τί γνωρίζετε για το Marco Petrucci»?

«Αρχιμαφιόζος. Ελέγχει τον υπόκοσμο σε όλο το Staten Island. Το FBI βρίσκεται συνέχεια από πίσω του, αλλά δεν έχει καταφέρει να του προσάψει τίποτα. Δεν θέλεις να μπλέξεις μαζί του».

«Έχω ήδη μπλέξει». Εξακολουθούσε να με κοιτάζει με αυτό το αχνό, λάγνο χαμόγελο. Ήταν σαν να το διασκέδαζε. «Ήμουν η επίσημη συνοδός του Marco. Το πάθος του για μένα έγινε ανεξέλεγκτο. Θα έλεγε κανείς ότι κουράστηκα να φτύνω τα δόντια μου στο νιπτήρα, κάθε φορά που εκείνος δεν είχε κέφια». Παρόλη τη βάρβαρη μεταχείριση, που υποστήριζε ότι είχε υποστεί, δεν υπήρχε κανένα σημάδι πάνω της που να υποδήλωνε κάτι τέτοιο. «Μίλησα στο FBI. Τους έδωσα όσα στοιχεία χρειάζονταν για να τον κλείσουν μέσα μέχρι να σαπίσει».

«Και γιατί είναι ακόμα ελεύθερος»?

«Γιατί κρύβεται». Με κοίταξε στα μάτια και για πρώτη φορά, το χαμόγελο που την χαρακτήριζε, είχε χαθεί. Το πρόσωπο της είχε κάνει μακροβούτι στην απελπισία. «Ξέρω ότι θα πεθάνω. Θα με σκοτώσει. Ακόμα και μέσα από τη φυλακή, έχει τον τρόπο και τις διασυνδέσεις για να το κάνει».

«Και θέλετε προστασία. Γιατί δεν απευθύνεστε στην αστυνομία ή στο FBI»?

«Δεν καταλαβαίνετε?? Κανένας δεν μπορεί να με προστατεύσει. Ούτε είμαι διατεθειμένη να ζω μια ζωή γεμάτη φόβο». Έκανε μια παύση και θα ορκιζόμουν ότι δάκρυσε. Θεέ μου, πόσο όμορφη είναι! «Η μητέρα μου έζησε μια ζωή μαρτύριο. Ο πατέρας μου της συμπεριφερόταν σαν σάκο του μποξ. Πέθανε μπροστά μου στο νοσοκομείο. Αναστέναξε και έμεινε να κοιτάει στο κενό. Ένιωσα την ανακούφιση της».

«Λυπάμαι…». Άρχισα να περνάω νευρικά το δάχτυλο μου γύρω από το στόμιο του ποτηριού μου. Το ουίσκι στο εσωτερικό του, ανέδιδε μια μυρωδιά σάπιου και πολυκαιρισμένου ξύλου. Σε συνδυασμό με το άρωμα της Ginger Lee, που θύμιζε αλμύρα, πεύκο και καλοκαίρι, μου έφερνε εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια, πίσω στην πατρίδα. Στην Ελλάδα. «Ακόμα δεν έχω καταλάβει τί ακριβώς θέλετε από μένα».

«Είναι πολύ απλό, John. Μπορώ να σε φωνάζω John, έτσι»? Έγνεψα, δίχως να πω τίποτα. «John, θέλω να με σκοτώσεις».

Έμεινα να την κοιτάζω με το στόμα μου να χάσκει ορθάνοιχτο, σαν μεγάφωνο που είχε μείνει πολύ καιρό αχρησιμοποίητο. Μου την είχε φέρει! Δεν ήταν καν το τελευταίο πράγμα που περίμενα να ακούσω… Ξεροκατάπια και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πόσο σοκαρισμένος ήμουν. Κούνησα το κεφάλι μου και την κοίταξα στα μάτια. Το βλέμμα της έκρυβε οίκτο. «Δεν μιλάς σοβαρά»!! Ήταν η πρώτη φορά που της μιλούσα στον ενικό, κάτι που, παραδόξως, με έκανε να νιώσω πολύ οικεία μαζί της.

«Είσαι θεότρελη. Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα». Πετούσα φωτιές.

«Δεν περίμενα διαφορετική αντίδραση, John. Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο. Αλλά αν το σχεδιάσουμε σωστά και προετοιμαστούμε κατάλληλα, θα μπορέσουμε να το κάνουμε». Δεν πίστευα στα αυτιά μου…

«Δεν καταλαβαίνω. Έτσι κι αλλιώς θα σε σκοτώσει ο Petrucci! Γιατί πρέπει να εμπλακώ και εγώ»?

«Δεν έχω καμία τύχη. Ακόμα και να μπω σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Έχω συμφιλιωθεί με αυτό. Το μόνο που θέλω…είναι να πεθάνω από αυτόν που αγαπώ»…

Περπατούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, κρατώντας την σφιχτά από το μπράτσο. Αν μας έβλεπε κάποιος, θα νόμιζε πως ήμασταν ένα ζευγαράκι που καυγάδιζε. «John, θα μου πεις που πηγαίνουμε? Με πονάς»! Χωθήκαμε σε ένα σκοτεινό σοκάκι και την έριξα με δύναμη πάνω στο τοίχο. Έβγαλε ένα μικρό βογκητό και με κοίταξε τρομαγμένη.

«Αυτή τη στιγμή χρειάζομαι ένα ποτό και ένα ήσυχο μέρος για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα στο μυαλό μου. Θα πάμε σε ένα ξενοδοχείο, εδώ κοντά».

«Εντάξει, σε ακολουθώ».

«Περίμενε», την πίεσα ελαφρά στο τοίχο, αγγίζοντας την ανάμεσα στο στήθος της. Χαμήλωσα το βλέμμα μου, σαν παιδάκι που είχε μετανιώσει για κάτι κακό που μόλις είχε κάνει. Πήγα σιγά σιγά μέχρι τη γωνία και κοίταξα προσεκτικά στο δρόμο.

«Ginger, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Το πράσινο αμάξι στη γωνία, ξεκίνησε με το που φύγαμε από το μπαρ και μας ακολουθεί. Δε νομίζω ότι έχεις πολύ χρόνο».

Την κοίταξα και ήταν χλωμή σαν φάντασμα που φωσφόριζε μέσα στις σκιές. «Εννοείς, δεν έχουμε πολύ χρόνο».

Φτάσαμε σε ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, που ήξερα στη γύρω περιοχή. Μόλις μπήκαμε μέσα, το πράσινο αμάξι που μας ακολουθούσε, σταμάτησε στην άκρη και έσβησε τα φώτα.

Ο τύπος στο γκισέ μας κοίταξε με ύφος αδιάφορο και μας έδωσε το δωμάτιο 21. Γέλασα με την ειρωνεία της τύχης. Ένα δωμάτιο μετά και θα καιγόμασταν. Του έδωσα 20 δολάρια για να με ενημερώσει για όποιον έμπαινε στο ξενοδοχείο, κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Μπήκαμε στο δωμάτιο, το οποίο μύριζε μούχλα, ενώ μπορούσες να ακούσεις πεντακάθαρα τι έπαιζε η διπλανή τηλεόραση. Έβγαλα την καπαρντίνα μου, που ήταν μούσκεμα από τη βροχή και έβαλα ένα ποτήρι ουίσκι, από το μπουκάλι που κλέψαμε από το μπαρ. Έκατσα στο κρεβάτι και γύρισα προς την Ginger. Στεκόταν όρθια και κοιτούσε από το παράθυρο. «Αν δεν θέλεις να έρθουν μια ώρα αρχύτερα επάνω, καλύτερα να απομακρυνθείς από εκεί». Αναστέναξε και έκαστε δίπλα μου. Έβγαλε το σατέν πανωφόρι της, αποκαλύπτοντας τους γυμνούς της ώμους, που γυάλιζαν από τη βροχή. Το κάτω χείλος της κρεμόταν, φουσκωμένο προκλητικά, ενώ μπορούσες να δεις τη γλώσσα της να παίζει στο βάθος του μισάνοιχτου στόματος της. Τα πρόσωπα μας ήρθαν πολύ κοντά και ήθελα να πω κάτι… Αλλά δεν είπα τίποτα.

Χαθήκαμε και οι δύο σε μια δίνη ηδονής, αμαρτίας και ανεκπλήρωτων συναισθημάτων. Το δέρμα της είχε υφή μεταξιού και η μυρωδιά του ξυπνούσε μνήμες παιδικές, μνήμες όμορφες.

Φτάσαμε και οι δύο σε οργασμό, σχεδόν ταυτόχρονα, με τη Ginger να σφίγγει τα πόδια της γύρω από τη μέση μου και εμένα να έχω χωθεί στη λακκούβα που σχηματιζόταν ανάμεσα στο λαιμό και την κλείδα της. Άφησε ένα αχνό βογγητό, σχεδόν καθαρτικό.

Ξάπλωσα δίπλα της ανάσκελα, κοιτώντας το γεμάτο λεκέδες ταβάνι. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου, προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα! Πέρασε το χέρι της γύρω από το λαιμό μου και πήρε ένα τσιγάρο. Το ακούμπησε στα μικροσκοπικά της χείλη και το άναψε. Την κοίταξα και θέλησα να σταματήσω το χρόνο. Να μείνουμε εκεί για πάντα. «Δεν με ξέρεις καν».

«Σε ξέρω πολύ περισσότερο από όσο νομίζεις. Σε παρακολουθώ πολύ καιρό, John. Πριν ένα χρόνο είχαμε βρεθεί σε μια εκδήλωση στο δημαρχείο. Εκεί σε ερωτεύτηκα».

«Δεν έχουν νόημα όλα αυτά. Ginger, δεν μπορώ να το κάνω αυτό».

« Πρέπει να το κάνεις. Γιατί στο ζητάω εγώ».

Ανακάθισα στο κρεβάτι. «Θα έπρεπε να σε σώσω. Να σε πάρω μακριά από εδώ».

«Γιατί να το κάνεις αυτό»?

«Γιατί σε θέλω, Ginger. Νιώθω σαν να σε ξέρω. Σαν να έχω ζήσει κάθε δευτερόλεπτο της ζωής σου».

Έβαλε το πρόσωπο μου στα χέρια της, ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα ροδαλά της μάγουλα. «John, δεν θα τα καταφέρουμε. Όσο δύσκολο και να είναι, πρέπει να το κάνουμε».

Άκουσα τις πόρτες ενός αυτοκινήτου να κλείνουν. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και βρέθηκα μπροστά από το παράθυρο να κοιτάζω το δρόμο. Δίπλα στο πράσινο αμάξι, στέκονταν δύο μεγαλόσωμοι τύποι, κρατώντας κοντόκανες καραμπίνες. «Ginger, ντύσου! Έρχονται»…

Ντυθήκαμε και οι δύο και άρπαξα στα χέρια το περίστροφο μου. Κοίταξα την Ginger και δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ήταν περισσότερο τρομαγμένος. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πώς θα αντιδρούσα. Οι πρώτοι πυροβολισμοί ακούστηκαν από το γκισέ. Έπιασα το χέρι της Ginger και το κράτησα σφιχτά. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε. Πλησίασε τα χείλη μου και με φίλησε τόσο τρυφερά που έχασα το μυαλό μου. Άρχισα να ταξιδεύω σε πράσινα λιβάδια, με τον ήλιο να με χτυπάει στο πρόσωπο και τις φωνές μικρών παιδιών να έρχονται στα αυτιά μου.

Κάπου εκεί ένιωσα τη Ginger να παίρνει βαθιά ανάσα. Άνοιξα τα μάτια μου και την είδα να κλαίει, σχεδόν με αναφιλητά. Ήμουν έτοιμος να της πω ότι όλα θα πάνε καλά, όταν πέρασε στο δάχτυλο της στη σκανδάλη και εκπυρσοκρότησε το όπλο.

Ο χρόνος είχε σταματήσει. Τη λάθος στιγμή όμως. Άκουγα τους νταήδες να ανεβαίνουν τρέχοντας τις σκάλες. Το στόμα μου είχε ξεραθεί. «Μωρό μου, μαζί το ξεκινήσαμε αυτό και μαζί θα το τελειώσουμε». Κοίταξα το περίστροφο και το φίλησα.

Πριν μπουν οι νταήδες στο δωμάτιο, σπάζοντας τη πόρτα, είχε ακουστεί ένας πυροβολισμός. Στο κρεβάτι κείτονταν δύο πτώματα, ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Το όπλο ήταν πεσμένο δίπλα στο κρεβάτι μαζί με δύο κάλυκες. Ο άνδρας κα η γυναίκα ήταν πιασμένοι χέρι – χέρι.

Yellow…

•November 20, 2009 • 2 Comments

Έχεις ζήσει μια από αυτές τις μέρες που όλα σου φαίνονται τόσο ήρεμα και γαλήνια, μέσα στο μυαλό σου και έξω από το παράθυρο? Ενώ, μόλις βγεις έξω, όλος ο πραγματικός κόσμος σου επιτίθεται, γεμάτος βαβούρα, πολυκοσμία και ταχύτατους ρυθμούς? Μια τέτοια μέρα ήταν και αυτή…

Η μουσική που άκουγα από το MP3 προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να με λυτρώσει από την κόλαση, στην οποία είχα μπει, άθελα μου. Με το που πάτησα το πόδι μου στο δρόμο, δέχτηκα το αγενές καλωσόρισμα ενός διερχόμενου αυτοκινήτου. «Διακριτική» κόρνα και ένα κύμα από λασπόνερα, για να μου χαλάσουν την ευχάριστη γεύση που είχα στο στόμα από το ευδιάθετο ξύπνημα μου. Θα το αντέξω, είπα, καθώς το είχα βάλει σκοπό να βγω αλώβητος από μια μέρα που, μάλλον, θα μου έμενε αξέχαστη.

Αποφάσισα να περπατήσω χωρίς να έχω κάποιο συγκεκριμένο προορισμό στο μυαλό μου. Όπου με βγάλει. Ανάμεσα από την συνεχόμενη αστική πολιορκία του τσιμέντου και του γκρι, δεν μπορούσα να διακρίνω και πολλά πράγματα. Όλα ήταν τόσο συνηθισμένα, οικεία και άγευστα, χωρίς χρώματα, ενώ με προσπερνούσαν άνθρωποι που από τα πρόσωπα τους έλειπαν τα χαρακτηριστικά. Έμοιαζε λες και είχα μυωπία και είχα ξεχάσει τα γυαλιά μου στο σπίτι.

Σε κάποιο σημείο αντίκρισα ένα μικρό πάρκο. Εκεί όπου ο χώρος ανοίγει λίγο και μπορείς να κοιτάξεις στον ουρανό, περιμένεις να συναντήσεις και ζωή.

Παιδάκια, καμιά γιαγιά, κάποιον κουστουμαρισμένο κύριο να κάνει το διάλλειμα του από τη δουλειά, πίνοντας καφέ ή καπνίζοντας. Μόνο στις ταινίες γίνονται αυτά? Αντιθέτως, το πάρκο είναι άδειο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή νιώθω κάποιον να με σπρώχνει από πίσω. Γυρνάω και έρχομαι μπροστά σε έναν τυπάκο αστείο ή μάλλον καημένο, να με κοιτάει με ένα βλέμμα που, όσο και να προσπαθούσε, δεν υπήρχε περίπτωση να επικεντρωθεί σε ένα σημείο. «Δώσε το κινητό», μου είπε κοφτά. Έμεινα να τον κοιτάζω κάποια δευτερόλεπτα σαν χαζός. Ή με κλέβει ή θέλει να πάρει τηλέφωνο. Αλλά έτσι όπως ξεκίνησε η μέρα, πόνταρα στο πρώτο. Έβγαλα το κινητό από την τσέπη και του το έδωσα χωρίς να πω κουβέντα. Ο τύπος το πήρε και έκανε να φύγει. Ξαφνικά, γυρνάει προς το μέρος μου, κάνοντας ένα αδέξιο χορευτικό και μου λέει το εξής εκπληκτικό: «Καλά, αυτό?», υπονοώντας ότι το μοντέλο του κινητού ήταν αρκετά παλιό και δεν είχε κάποια αξία μεταπώλησης. Ήμουν έτοιμος να ξεκαρδιστώ στα γέλια αλλά έμεινα σιωπηλός, μια και δεν ήθελα να δώσω συνέχεια.

Η μέρα είχε πάει στράφι. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Προσπαθούσα να βγάλω κάτι, κάποιο κέρδος. Να πω ότι κάτι είχε νόημα σε αυτή τη μέρα. Και εκεί που συνέχισα να περπατάω, το συνάντησα. Ήταν κάτι τόσο απλό, τόσο γνωστό αλλά και τόσο ξεχασμένο. Αυτό που κοιτούσα αποσβολωμένος ήταν μια δενδροστοιχία. Όλα τα δέντρα είχαν φορέσει τα φθινοπωρινά τους, διατηρώντας όμως, αυτό το θαμπό και λανθάνον πράσινο χρώμα στα φύλλα τους. Εκτός από ένα. Το συγκεκριμένο δέντρο είχε αφήσει την εποχή να το αγκαλιάσει. Τα φύλλα του ήταν κατακίτρινα και σχεδόν διάφανα.

Μπορούσες να διακρίνεις  καθαρά, μέσα από αυτά, με την ίδια ευκολία που μπορείς να διακρίνεις την ψυχή ενός παιδιού. Αρκετά φύλλα είχαν πέσει στο έδαφος, σχηματίζοντας έναν κύκλο και έμοιαζαν με πιστούς που προσκυνάνε το θεό που τα δημιούργησε. Αυτό το κίτρινο χρώμα ήταν που με συγκλόνισε. Ένα χρώμα που γνωρίζουμε την ύπαρξη του από τα πρώτα βήματα μας στο σχολείο. Ένα χρώμα που το βλέπουμε παντού και συνέχεια. Αλλά και ένα χρώμα τόσο ξεχασμένο σαν την αθωότητα μας. Τόσο φυσικό και υποταγμένο στον κύκλο της ζωής. Της ζωής που έχει τους δικούς της φυσικούς κανόνες. Τον δικό της κύκλο. Και εμείς έχουμε βγει έξω από αυτόν. Πόσο υποτιμημένη είναι η ζωή άραγε? Στην οποία έχουμε επιβάλει τους δικούς μας κανόνες και δεν βλέπουμε όλα αυτά με τα οποία κάποτε συνυπήρχαμε…. Και είμαστε δυστυχισμένοι.

Γυρνάω σπίτι με μια λάμψη στα μάτια. Το βλέπει και ο κόσμος στο δρόμο. Το καταλαβαίνω από τον τρόπο που με κοιτάει. Πρέπει να καθαριστώ από τα λασπόνερα. Κινητό θα πάρω άλλη φορά. Μου αρκεί που βρήκα την ευτυχία για σήμερα…

The One For No-One (If U Hear Me)…

•September 14, 2009 • 2 Comments

Broken_heart_by_fabu

Μέρα με τη μέρα…πεθαίνω. Νοιώθω τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν. Το τίποτα σφίγγει τον κλοιό του γύρω από μένα. Όλα κινούνται, όλα προχωράνε και εγώ βρίσκομαι στο ίδιο σημείο με βλέμμα απλανές, χωρίς ελπίδα. Πώς γίνεται να τα έχεις όλα? Πώς γίνεται να έχεις όσα θέλεις και να σου γλιστράνε μέσα από τα χέρια σου? Πώς γίνεται να ξεχάσεις? Πώς γίνεται να αφήσεις ότι αγάπησες πιο πολύ, να χαθεί? Πώς γίνεται να ξεριζώσεις την καρδιά σου και να περιμένεις πως όλα θα πάνε καλύτερα? Πως γίνεται να συγχωρέσεις κάτι τέτοιο? Πώς γίνεται να συγχωρεθείς?

Χριστέ μου, σε αγαπώ. Δίνω τη ζωή μου για σένα. Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω πολύ πιο απλά και μικρά πράγματα. Πεθαίνω για σένα. Αρκεί να ξέρω ότι θα σε ξαναδώ. Θα σε αγγίξω ξανά. Θα ακούσω τη φωνή σου ξανά. Θα νοιώσω τη μυρωδιά σου ξανά. Θα σε έχω ξανά δίπλα μου να κάνουμε όλα αυτά τα μικρά και χαζά πραγματάκια, που όμως ήταν τόσο σημαντικά.

Έχω ανάγκη να πάρω ανάσα, αλλά βλέπω την επιφάνεια να απομακρύνεται δραματικά και εγώ να βυθίζομαι όλο και περισσότερο σε μια επιφανειακή, τρόπον τινά, ζωή. Αγάπη μου, τι να πρωτοθυμηθώ και τι να πρωτοαριθμήσω. Μου λείπουν τόσα πολλά πράγματα. Μου λείπει κάθε αντίδραση σου, κάθε οπτική γωνία σου, κάθε άποψη σου, κάθε ανάσα σου. Πολλά πράγματα για σένα τα πρωτοείδα πρόσφατα και μα το Θεό, ένοιωσα σαν μικρό παιδί που ανακαλύπτει τον κόσμο.

Ήθελα να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου, τόσο σφιχτά, για να μη σε χάσω ποτέ, μέχρις ότου οι σάρκες μας να ενωθούν για να μπορώ να σε έχω μαζί μου και μέσα μου για πάντα. Μακάρι να ήσουν εδώ. Μακάρι να ήμουν εγώ εκεί. Τι να κάνω για να ξανακερδίσω την αγάπη σου? Για να με αγαπήσεις ξανά? Για να μου δείξεις έστω ένα σημάδι, πως θέλεις?

Θεέ μου, βοήθησε με. Δώσε μου τη δύναμη να μην χάσω ότι αγαπώ. Να μπορέσω να ξαναδώ αυτά τα μάτια, να είναι φωτεινά, και να καθρεφτίζεται μέσα σε αυτά, όχι ο πόνος αλλά το πρόσωπο μου. Δώσε μου πίσω το κορίτσι μου, αυτό που με αγάπησε και το αγαπώ. Θεέ μου, συγχώρεσε με και πες της πως την αγαπώ και θα την αγαπώ μέχρι να κλείσω τα μάτια μου. Πες της το εσύ, γιατί εμένα δεν με ακούει…