I Love You Ginger Lee…

Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα για τρίτη συνεχόμενη μέρα. Το θυμάμαι καλά. Καθόμουν στο κρεβάτι, με το βλέμμα μου να έχει πέσει στο κενό. Στο κέντρο του κρεβατιού, το αίμα είχε λιμνάσει, δημιουργώντας μια γούβα. Πιτσιλιές υπήρχαν και στον τοίχο, ενώ μια κόκκινη, λεπτή, παχύρευστη γραμμή κυλούσε από το κομοδίνο ως το πάτωμα. Τράβηξα μια τζούρα από το τσιγάρο που έκαιγε στο τασάκι. Παρατήρησα το κραγιόν πάνω στο φίλτρο. Δυσκολεύτηκα αρκετά να το ξεφορτωθώ, μιας και τα γάντια μου ήταν γεμάτα από μηδέν ρέζους θετικό. Αυτή ήταν η ομάδα αίματος της. Και εγώ ο δήμιος…

«Ginger. Ginger Lee».

Έτσι είχε συστηθεί όταν πρωτοσυναντηθήκαμε. Το αθώο και συνάμα λάγνο βλέμμα της, είχε καρφωθεί στα εσώψυχα μου. Μικροκαμωμένη αλλά και δυναμική. «Θα με κεράσεις ένα ποτό?». Δεν μπορούσα να αντισταθώ. «Κέρασε την κυρία άλλο ένα ποτό.». Το καταγώγι στο οποίο καθόμασταν βρισκόταν στη γωνία των οδών Liberty και 46ης. Κλείνωντας την πόρτα, άφηνες πίσω σου τον πολιτισμό. Εδώ μπορούσες να βρεις και το τελευταίο κατακάθι αυτής της πόλης. Νέα Υόρκη. Η πόλη στην οποία μετουσιώνεται το αμερικάνικο όνειρο. Σκατά. Μη πιστεύεις τίποτα από ότι σου λένε. Γύρισα και την κοίταξα. Δεν είχα δει πιο όμορφα μάτια. Γεμάτα νόημα.

«Θα χρειαστώ τη βοήθεια σας, κύριε Christian».

Πώς ήξερε το όνομα μου? Δεν είμαι δα και τόσο γνωστός…

«Δουλεύω μόνο σε ώρες γραφείου», απάντησα. «Μπορείτε να περάσετε από εκεί. Προφανώς γνωρίζετε που βρίσκεται».

«Η περίπτωση μου διαφέρει από όλες όσες έχετε δουλέψει. Χρειάζομαι την προστασία σας».

«Πιστέψτε με, όλοι αυτό χρειάζονται».

«Δεν καταλάβατε». Έριξα το βλέμμα μου πάνω της, διερευνητικά.

Η αλήθεια είναι ότι είχα ζαλιστεί από το ποτό. Έμεινα να κοιτάζω το πρόσωπο της. Κάθε κίνηση του, κάθε σπασμός του, ήταν τόσο αρμονικός, τόσο μοναδικός. Αφέθηκα στο γαλανό των ματιών της.

«Είστε καλά?», με ρώτησε.

«Περίφημα», απάντησα. Αποσυρθήκαμε σε μια σκοτεινή γωνία του μπαρ για να μπορέσουμε να μιλήσουμε πιο διακριτικά.

«Κύριε Christian, γνωρίζεται τι επάγγελμα κάνω»?

«Θα έπρεπε»?

«Μην είστε είρων… θα πληρωθείτε αδρά. Όταν ήμουν πιο νέα δούλευα σαν νοσοκόμα στο νοσοκομείο St. Joseph».

«Δεν θα σας φανταζόμουν ποτέ σαν νοσοκόμα».

«Δεν είμαι πια. Πλέον γιατρεύω με άλλο τρόπο τους ανθρώπους, προσφέροντας υπηρεσίες για να κλείσουν οι πληγές της ψυχής τους. Έστω και πρόσκαιρα».

«Επομένως, είστε μέντιουμ ή πόρνη»? Χαμογέλασε και τα χείλη της διέγραψαν την κίνηση που κάνουν τα φτερά των κύκνων, λίγο πριν πετάξουν.

«Η φήμη που σας συνοδεύει δεν είναι αδικαιολόγητη. Είστε πολύ έξυπνος άνθρωπος. Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι ότι δεν έχω μιλήσει ποτέ σε νεκρούς ή σε πνεύματα».

«Μάλιστα. Και τί προβλήματα αντιμετωπίζει μια πόρνη», ρώτησα, ειρωνικά και πάλι. Αναστέναξε και με κοίταξε με βλέμμα λάγνο και για μια στιγμή νόμισα πως είχε καταλάβει πόσο πολύ μου άρεσε.

«Τί γνωρίζετε για το Marco Petrucci»?

«Αρχιμαφιόζος. Ελέγχει τον υπόκοσμο σε όλο το Staten Island. Το FBI βρίσκεται συνέχεια από πίσω του, αλλά δεν έχει καταφέρει να του προσάψει τίποτα. Δεν θέλεις να μπλέξεις μαζί του».

«Έχω ήδη μπλέξει». Εξακολουθούσε να με κοιτάζει με αυτό το αχνό, λάγνο χαμόγελο. Ήταν σαν να το διασκέδαζε. «Ήμουν η επίσημη συνοδός του Marco. Το πάθος του για μένα έγινε ανεξέλεγκτο. Θα έλεγε κανείς ότι κουράστηκα να φτύνω τα δόντια μου στο νιπτήρα, κάθε φορά που εκείνος δεν είχε κέφια». Παρόλη τη βάρβαρη μεταχείριση, που υποστήριζε ότι είχε υποστεί, δεν υπήρχε κανένα σημάδι πάνω της που να υποδήλωνε κάτι τέτοιο. «Μίλησα στο FBI. Τους έδωσα όσα στοιχεία χρειάζονταν για να τον κλείσουν μέσα μέχρι να σαπίσει».

«Και γιατί είναι ακόμα ελεύθερος»?

«Γιατί κρύβεται». Με κοίταξε στα μάτια και για πρώτη φορά, το χαμόγελο που την χαρακτήριζε, είχε χαθεί. Το πρόσωπο της είχε κάνει μακροβούτι στην απελπισία. «Ξέρω ότι θα πεθάνω. Θα με σκοτώσει. Ακόμα και μέσα από τη φυλακή, έχει τον τρόπο και τις διασυνδέσεις για να το κάνει».

«Και θέλετε προστασία. Γιατί δεν απευθύνεστε στην αστυνομία ή στο FBI»?

«Δεν καταλαβαίνετε?? Κανένας δεν μπορεί να με προστατεύσει. Ούτε είμαι διατεθειμένη να ζω μια ζωή γεμάτη φόβο». Έκανε μια παύση και θα ορκιζόμουν ότι δάκρυσε. Θεέ μου, πόσο όμορφη είναι! «Η μητέρα μου έζησε μια ζωή μαρτύριο. Ο πατέρας μου της συμπεριφερόταν σαν σάκο του μποξ. Πέθανε μπροστά μου στο νοσοκομείο. Αναστέναξε και έμεινε να κοιτάει στο κενό. Ένιωσα την ανακούφιση της».

«Λυπάμαι…». Άρχισα να περνάω νευρικά το δάχτυλο μου γύρω από το στόμιο του ποτηριού μου. Το ουίσκι στο εσωτερικό του, ανέδιδε μια μυρωδιά σάπιου και πολυκαιρισμένου ξύλου. Σε συνδυασμό με το άρωμα της Ginger Lee, που θύμιζε αλμύρα, πεύκο και καλοκαίρι, μου έφερνε εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια, πίσω στην πατρίδα. Στην Ελλάδα. «Ακόμα δεν έχω καταλάβει τί ακριβώς θέλετε από μένα».

«Είναι πολύ απλό, John. Μπορώ να σε φωνάζω John, έτσι»? Έγνεψα, δίχως να πω τίποτα. «John, θέλω να με σκοτώσεις».

Έμεινα να την κοιτάζω με το στόμα μου να χάσκει ορθάνοιχτο, σαν μεγάφωνο που είχε μείνει πολύ καιρό αχρησιμοποίητο. Μου την είχε φέρει! Δεν ήταν καν το τελευταίο πράγμα που περίμενα να ακούσω… Ξεροκατάπια και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πόσο σοκαρισμένος ήμουν. Κούνησα το κεφάλι μου και την κοίταξα στα μάτια. Το βλέμμα της έκρυβε οίκτο. «Δεν μιλάς σοβαρά»!! Ήταν η πρώτη φορά που της μιλούσα στον ενικό, κάτι που, παραδόξως, με έκανε να νιώσω πολύ οικεία μαζί της.

«Είσαι θεότρελη. Εγώ δεν κάνω τέτοια πράγματα». Πετούσα φωτιές.

«Δεν περίμενα διαφορετική αντίδραση, John. Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο. Αλλά αν το σχεδιάσουμε σωστά και προετοιμαστούμε κατάλληλα, θα μπορέσουμε να το κάνουμε». Δεν πίστευα στα αυτιά μου…

«Δεν καταλαβαίνω. Έτσι κι αλλιώς θα σε σκοτώσει ο Petrucci! Γιατί πρέπει να εμπλακώ και εγώ»?

«Δεν έχω καμία τύχη. Ακόμα και να μπω σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Έχω συμφιλιωθεί με αυτό. Το μόνο που θέλω…είναι να πεθάνω από αυτόν που αγαπώ»…

Περπατούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, κρατώντας την σφιχτά από το μπράτσο. Αν μας έβλεπε κάποιος, θα νόμιζε πως ήμασταν ένα ζευγαράκι που καυγάδιζε. «John, θα μου πεις που πηγαίνουμε? Με πονάς»! Χωθήκαμε σε ένα σκοτεινό σοκάκι και την έριξα με δύναμη πάνω στο τοίχο. Έβγαλε ένα μικρό βογκητό και με κοίταξε τρομαγμένη.

«Αυτή τη στιγμή χρειάζομαι ένα ποτό και ένα ήσυχο μέρος για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα στο μυαλό μου. Θα πάμε σε ένα ξενοδοχείο, εδώ κοντά».

«Εντάξει, σε ακολουθώ».

«Περίμενε», την πίεσα ελαφρά στο τοίχο, αγγίζοντας την ανάμεσα στο στήθος της. Χαμήλωσα το βλέμμα μου, σαν παιδάκι που είχε μετανιώσει για κάτι κακό που μόλις είχε κάνει. Πήγα σιγά σιγά μέχρι τη γωνία και κοίταξα προσεκτικά στο δρόμο.

«Ginger, πρέπει να κινηθούμε γρήγορα. Το πράσινο αμάξι στη γωνία, ξεκίνησε με το που φύγαμε από το μπαρ και μας ακολουθεί. Δε νομίζω ότι έχεις πολύ χρόνο».

Την κοίταξα και ήταν χλωμή σαν φάντασμα που φωσφόριζε μέσα στις σκιές. «Εννοείς, δεν έχουμε πολύ χρόνο».

Φτάσαμε σε ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, που ήξερα στη γύρω περιοχή. Μόλις μπήκαμε μέσα, το πράσινο αμάξι που μας ακολουθούσε, σταμάτησε στην άκρη και έσβησε τα φώτα.

Ο τύπος στο γκισέ μας κοίταξε με ύφος αδιάφορο και μας έδωσε το δωμάτιο 21. Γέλασα με την ειρωνεία της τύχης. Ένα δωμάτιο μετά και θα καιγόμασταν. Του έδωσα 20 δολάρια για να με ενημερώσει για όποιον έμπαινε στο ξενοδοχείο, κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Μπήκαμε στο δωμάτιο, το οποίο μύριζε μούχλα, ενώ μπορούσες να ακούσεις πεντακάθαρα τι έπαιζε η διπλανή τηλεόραση. Έβγαλα την καπαρντίνα μου, που ήταν μούσκεμα από τη βροχή και έβαλα ένα ποτήρι ουίσκι, από το μπουκάλι που κλέψαμε από το μπαρ. Έκατσα στο κρεβάτι και γύρισα προς την Ginger. Στεκόταν όρθια και κοιτούσε από το παράθυρο. «Αν δεν θέλεις να έρθουν μια ώρα αρχύτερα επάνω, καλύτερα να απομακρυνθείς από εκεί». Αναστέναξε και έκαστε δίπλα μου. Έβγαλε το σατέν πανωφόρι της, αποκαλύπτοντας τους γυμνούς της ώμους, που γυάλιζαν από τη βροχή. Το κάτω χείλος της κρεμόταν, φουσκωμένο προκλητικά, ενώ μπορούσες να δεις τη γλώσσα της να παίζει στο βάθος του μισάνοιχτου στόματος της. Τα πρόσωπα μας ήρθαν πολύ κοντά και ήθελα να πω κάτι… Αλλά δεν είπα τίποτα.

Χαθήκαμε και οι δύο σε μια δίνη ηδονής, αμαρτίας και ανεκπλήρωτων συναισθημάτων. Το δέρμα της είχε υφή μεταξιού και η μυρωδιά του ξυπνούσε μνήμες παιδικές, μνήμες όμορφες.

Φτάσαμε και οι δύο σε οργασμό, σχεδόν ταυτόχρονα, με τη Ginger να σφίγγει τα πόδια της γύρω από τη μέση μου και εμένα να έχω χωθεί στη λακκούβα που σχηματιζόταν ανάμεσα στο λαιμό και την κλείδα της. Άφησε ένα αχνό βογγητό, σχεδόν καθαρτικό.

Ξάπλωσα δίπλα της ανάσκελα, κοιτώντας το γεμάτο λεκέδες ταβάνι. Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου, προσπαθώντας να βάλω σε μια τάξη τις σκέψεις μου. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα! Πέρασε το χέρι της γύρω από το λαιμό μου και πήρε ένα τσιγάρο. Το ακούμπησε στα μικροσκοπικά της χείλη και το άναψε. Την κοίταξα και θέλησα να σταματήσω το χρόνο. Να μείνουμε εκεί για πάντα. «Δεν με ξέρεις καν».

«Σε ξέρω πολύ περισσότερο από όσο νομίζεις. Σε παρακολουθώ πολύ καιρό, John. Πριν ένα χρόνο είχαμε βρεθεί σε μια εκδήλωση στο δημαρχείο. Εκεί σε ερωτεύτηκα».

«Δεν έχουν νόημα όλα αυτά. Ginger, δεν μπορώ να το κάνω αυτό».

« Πρέπει να το κάνεις. Γιατί στο ζητάω εγώ».

Ανακάθισα στο κρεβάτι. «Θα έπρεπε να σε σώσω. Να σε πάρω μακριά από εδώ».

«Γιατί να το κάνεις αυτό»?

«Γιατί σε θέλω, Ginger. Νιώθω σαν να σε ξέρω. Σαν να έχω ζήσει κάθε δευτερόλεπτο της ζωής σου».

Έβαλε το πρόσωπο μου στα χέρια της, ενώ δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα ροδαλά της μάγουλα. «John, δεν θα τα καταφέρουμε. Όσο δύσκολο και να είναι, πρέπει να το κάνουμε».

Άκουσα τις πόρτες ενός αυτοκινήτου να κλείνουν. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και βρέθηκα μπροστά από το παράθυρο να κοιτάζω το δρόμο. Δίπλα στο πράσινο αμάξι, στέκονταν δύο μεγαλόσωμοι τύποι, κρατώντας κοντόκανες καραμπίνες. «Ginger, ντύσου! Έρχονται»…

Ντυθήκαμε και οι δύο και άρπαξα στα χέρια το περίστροφο μου. Κοίταξα την Ginger και δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ήταν περισσότερο τρομαγμένος. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πώς θα αντιδρούσα. Οι πρώτοι πυροβολισμοί ακούστηκαν από το γκισέ. Έπιασα το χέρι της Ginger και το κράτησα σφιχτά. Ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε. Πλησίασε τα χείλη μου και με φίλησε τόσο τρυφερά που έχασα το μυαλό μου. Άρχισα να ταξιδεύω σε πράσινα λιβάδια, με τον ήλιο να με χτυπάει στο πρόσωπο και τις φωνές μικρών παιδιών να έρχονται στα αυτιά μου.

Κάπου εκεί ένιωσα τη Ginger να παίρνει βαθιά ανάσα. Άνοιξα τα μάτια μου και την είδα να κλαίει, σχεδόν με αναφιλητά. Ήμουν έτοιμος να της πω ότι όλα θα πάνε καλά, όταν πέρασε στο δάχτυλο της στη σκανδάλη και εκπυρσοκρότησε το όπλο.

Ο χρόνος είχε σταματήσει. Τη λάθος στιγμή όμως. Άκουγα τους νταήδες να ανεβαίνουν τρέχοντας τις σκάλες. Το στόμα μου είχε ξεραθεί. «Μωρό μου, μαζί το ξεκινήσαμε αυτό και μαζί θα το τελειώσουμε». Κοίταξα το περίστροφο και το φίλησα.

Πριν μπουν οι νταήδες στο δωμάτιο, σπάζοντας τη πόρτα, είχε ακουστεί ένας πυροβολισμός. Στο κρεβάτι κείτονταν δύο πτώματα, ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Το όπλο ήταν πεσμένο δίπλα στο κρεβάτι μαζί με δύο κάλυκες. Ο άνδρας κα η γυναίκα ήταν πιασμένοι χέρι – χέρι.

Advertisements

~ by Gimmick on October 19, 2010.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: